elen

 

Βρέχει..

Proyka

Πρέπει να κλείσω το παράθυρο.

Η βροχή μπαίνει μέσα. Σαν τότε. Δυναμώνει. Πάντα η ίδια βροχή λοιπόν. Τον είδα μόνο δύο φορές.  (χαχαχα χα) Κι αυτές οι δύο φορές, έγιναν τώρα «πάντα;» Μα πότε πρόλαβαν; Είχε έρθει. Κράτησε τον λόγο του.  «Θα’ ρθω» μου είπε.

Χαλούσε ο κόσμος, μπουμπουνητά, αστραπές παντού… ήταν πρωί. Σε ένα απ’ τα πιο καλά μαγαζιά, στο κέντρο του Λονδίνου. Μπήκα μέσα να αγοράσω γάντια, για το κρύο. Μάλλινα γάντια… μπεζ… με έναν μεγάλο μπλε βελούδινο φιόγκο. Τα κοιτούσα για ώρα, σα να μην υπήρχαν άλλα γάντια. Ήταν τα γάντια που φορούσε η κούκλα στη βιτρίνα. Λάθος. Το ένα φορούσε. Το άλλο ήταν πεσμένο στα πόδια της… ή… τοποθετημένο… πάνω στο μπλε βελούδο κουτάκι του, δίπλα στην τιμή. 

«Μου επιτρέπετε;»  Ακούστηκε μία αντρική φωνή, σε απόσταση αναπνοής από εμένα, ωστόσο, σε μία αρκετά καλή απόσταση… ευγένειας. Πήρε το γάντι από το ανοιγμένο κουτί, και με κοίταξε σα να ήθελε να μου το φορέσει. Άπλωσα το χέρι, κι εκείνος μου το φόρεσε, προσεκτικά. Ένιωσα την ενέργεια του παντού.

«Σας ταιριάζει» μου είπε.

Χαμογέλασα, μα δεν μίλησα. Δεν απάντησα, δεν ευχαρίστησα, δεν έκανα τίποτα. Ήθελα τόσο να του πω πως… και τα δικά του μάτια, ταίριαζαν στο πρόσωπο του… Φορούσε μαύρο δερμάτινο παλτό. Γιλέκο ασορτί με το κουστούμι. Αριστοκράτης στον λόγο και στην εμφάνιση. Με συνεπήρε όμως το βλέμμα του. Έβγαλα το γάντι βιαστικά. Νευρικά κάπως. Σα να επανήλθα στην πραγματικότητα, κι είδα μπροστά μου την πωλήτρια να με κοιτάζει… να ''μας'' κοιτάζει…

«Παρακαλώ, τα θέλω» της είπα, κι αφού της έδωσα το γάντι, το τακτοποίησε στο κουτί του με το άλλο και προχώρησα μαζί της στο ταμείο. Ξεχάστηκα. Κοίταξα δίπλα μου, γύρω μου. Εκείνος δεν ήταν πουθενά. Πλήρωσα τα γάντια και βγήκα από τα κατάστημα. Σα να είχε περάσει ένας ολόκληρος χρόνος. Βάδιζα γρήγορα. Ήθελα να φτάσω σπίτι, να ανοίξω το κουτί… Και έτσι έγινε. 

Πήρα το δεξί γάντι και το ακούμπησα στην καρδιά μου. Είχε κάτι μείνει από εκείνον. Η ενέργεια του, το άρωμα του. 

Πέρασαν μέρες από τότε, κι ένα πρωί Δευτέρας, ξαναπήγα στο κατάστημα. Δε μπήκα μέσα. Κοίταξα μόνο τη βιτρίνα με την κούκλα που φορούσε το γάντι. Η βιτρίνα ήταν τώρα αλλαγμένη. Δίπλα στη γυναικεία κούκλα, στεκόταν μία κούκλα αντρική, με το χέρι απλωμένο προς τα εκείνη, κρατώντας το δεξί γάντι σα να ήθελε να της το φορέσει. 

Κάνοντας  να φύγω, βλέπω το τζάμι ενός σκούρου αυτοκινήτου να κατεβαίνει.

«Θα βραχείτε. Ελάτε. Περάστε μέσα» ακούστηκε η φωνή του οδηγού. Άνοιξε την πόρτα του αμαξιού δίχως να με ρωτήσει. Κι εγώ πήγα.

«Ευχαριστώ»του είπα μπαίνοντας μέσα. «Ποιος είστε. Έχουμε ξαναβρεθεί» του λέω.

«Τα γάντια σας πάνε υπέροχα. Και ειδικά το δεξί…» μου είπε, κι έβαλε μπρος το αμάξι. «Πείτε μου που πάτε να σας πάω. Θα ήθελα πολύ ένα τσάι μαζί σας μα… σε λίγο ταξιδεύω κι επιστρέφω αύριο».

«Θα χαρώ πολύ να έρθετε σπίτι μου. Έχω τους λόγους μου. Θα σας αρέσει. Αύριο έχω τα γενέθλια μου». Του είπα τελείως αυθόρμητα.

«Τι όμορφα… Τσάι με τζίντζερ λοιπόν… αύριο, στα γενέθλια σας. Θα’ ρθω» μου είπε.

«Τσάι με τζίντζερ…» Το είπε τόσο φυσικά, σαν όλος ο κόσμος να πίνει τσάι με τζίντερ. Και ήρθε. Ήξερα ότι θα έρθει. Ήμουν χαρούμενη. Μα σαν ακούστηκε το κουδούνι, πάγωσα. Δεν είχα κόσμο, δεν είχα καλεσμένους. Τίποτε δε θύμιζε γιορτή μέσα σε αυτό το σπίτι. Ωστόσο, υπήρχε τσάι με τζίντερ. Τσάι απ’ τα βουνά της Ελλάδας...

«Περάστε. Ευχαριστώ που ήρθατε». 

«Χρόνια σας πολλά» μου είπε, και ξάφνου, βροντές κι αστραπές περνούσαν στο ημίφως του δωματίου και σκιάζαν τα αναμμένα κεριά.

Σερβίρισα το τσάι. Ήπια το ίδιο. Μόνο που, είχα βάλει πολύ τζίντερ και έκαιγε. Δεν ήξερα τη συνταγή. Ωστόσο…

«Εκπληκτικό» μου είπε. «Πάντα πίνω το τσάι, ακριβώς έτσι. Και… είναι τσάι Ελλάδας. Γνωρίζω τη γεύση»

«Ναι» του είπα «Τσάι Ελλάδας».

Πέρασε περίπου μία ώρα, ακούγοντας τη βροχή και μιλώντας με τη σιωπή, σα να μετρούσαμε τις λέξεις.

«Πρέπει να φύγω, συγχωρέστε με» μου είπε ξαφνικά. «Πέρασα υπέροχα».

«Αλήθεια; Θα χαρώ να επαναληφτεί τότε» του είπα.

«Θα ξανάρθω λοιπόν. Τι λέτε για το Σάββατο;».

«Θα σας περιμένω».

Κοντεύει να ξημερώσει… περιμένω ακόμα. Ήταν αληθινός, κάτι θα του έτυχε. Μα… θα τηλεφωνούσε.

Κυριακή… Η βροχή σταμάτησε από ώρα. Ένας περίπατος θα μου κάνει καλό. 

Το μαγαζί με τα γάντια. Ζυγώνω… Η γυναικεία κούκλα στη βιτρίνα είναι μόνη της. Φοράει το δεξί της γάντι, και… το άλλο, ήταν πεσμένο στα πόδια της… ή… τοποθετημένο… πάνω στο μπλε βελούδο κουτάκι του, δίπλα στην τιμή. Όπως οι άνθρωποι… σκέφτηκα… Έκλεισα τα μάτια μου, τόσο σφιχτά, που κόντεψαν να σπάσουν…

«Θα τηλεφωνούσε…» ψιθύρισα. Μα, μπρος μου, διέκρινα έναν φαρδύ και μεγάλο πεζόδρομο. «Εδώ, δεν μπαίνουν αμάξια…»  

ΓΙΑ ΤΟ ΣΜΑΡΑΓΔΙ

ΕΦΗ ΠΑΣΧΑΛΗ 

© 2016 ToSmaradgi. All rights reserved. Η κοινοποίηση των θεμάτων μας επιτρέπεται μόνο εφόσον αναφέρεται η "πηγή" tosmaragdi.com και υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα τροποποιείται το περιεχόμενο που παρουσιάζεται σε αυτό το δικτυακό τόπο.

κατασκευή ιστοσελίδων dynamicsite.gr