Ο Άγιος Νεκτάριος

άνοιξε τα μάτια Του!!!

 

Τα πνευματικά γεγονότα, μας αφήνουν άφωνους όταν η άυλη εκτυφλωτική τους υπόσταση ενώνει με τη γήινη. Μάρτιο 2016, όλο το διαδίκτυο μιλούσε για τον Άγιο Νεκτάριο της Αιγίνης, που άνοιξε τα μάτια του ημέρα ανακομιδής των ιερών του λειψάνων, 2 και 3 Σεπτεμβρίου 2015, με «Πηγή» μετάδοσης Το Σμαράγδι, άσχετα αν πολλοί, δεν ανέφεραν την αληθινή πηγή του, κι άλλοι αλλοίωναν τον τίτλο και το κείμενο!!! Σεβασμός βρε παιδιά… Δεν είναι όλα λεφτά! Δεν είναι όλα εμπόριο…

Ας είναι ευλογημένοι…

Τώρα, στο νέο του «σπίτι», το ανανεωμένο Σμαράγδι, ο Άγιος Νεκτάριος, βοηθός όλου του κόσμου. Αμήν.

Ήταν καιρός που ένιωθα να βαραίνει στους ώμους μου ο ίδιος ο χρόνος, σα να μην περνούσε και σα να με είχε κουράσει και να τον είχα κουράσει κι εγώ. Μήνες γεμάτοι ένταση κι ευθύνες. Μήνες που έψαχνα τη ζωή μου, στα σκοτάδια μιας δράσης που με ήθελε στρατιώτη στην πρώτη γραμμή.

Κι ήρθε μια μέρα από άλλον χρόνο θαρρώ. Μέρα που με προκαλούσε να την ακολουθήσω. Τα πάντα επάνω μου πονούσαν κι ήθελα να ξεκουραστώ. Η ιδέα να πάω στο Μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου στην Αίγινα, έμοιαζε κάλεσμα που έριχνε τον σπόρο του στην καρδιά και στη διαίσθηση συνάμα. Κάπου εκεί, μία πρόταση «πρόκληση»…

Δελεαστική η Μύκονος μες στο Σεπτέμβρη, μα μήπως εγώ κινούσα τα νήματα την ώρα που χάρηκα, και κατά πόσο αυτή η χαρά ήταν σε θέση να αναμετρηθεί με το ιερό προμήνυμα της διαίσθησης που με τραβούσε «αλλού»;

Πήγαινα άλλοτε συχνά στο Μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου, μα τώρα ήταν αλλιώς. Ωστόσο, κάποια πράγματα δεν λέγονται εύκολα ή ακριβώς όπως τα βιώνεις και τα εννοείς, για να μην τα αλλοιώσουν τα αυτιά που αμφιβάλλουν, αλλά κι ο ίδιος σου ο εαυτός, αφού κι εσύ που τα βιώνεις, νιώθεις αδύναμος να τα πιστέψεις ολοκληρωτικά.

Συμβαίνει όμως κάποτε από μόνα τους αυτά τα γεγονότα να προκαλούν τη δημοσιότητα, άσχετα αν λόγω της περιέργειας και της αμφιβολίας του ο άνθρωπος, δεν είναι ικανός ν’ αγγίξει την ουσία σε βάθος γιατί δεν τον απασχολεί. Έτσι, ακροβατεί στα λόγια του που δεν έχουν λόγο, στις πράξεις του και στις σκέψεις του, και γίνεται θανάσιμος για τον εαυτό του και τους άλλους.

Η πίστη στο Θεό κι ο σεβασμός στο σύμπαν Του, δρόμος σωτηρίας για την ψυχή και υπέρβαση απόδειξης της πνευματικής μας ύπαρξης και δύναμης είναι, μιας και… η πίστη λάμπει τον άνθρωπο και τον κάνει χαρούμενο. Αντιθέτως, η απιστία, κάνει ένα ιερό γεγονός ακόμα πιο πολύ μη εξηγήσιμο, υπέρβαση αρνητική αυτή τη φορά, με τον «έξυπνο» άνθρωπο, θριαμβευτή στη σιδερένια του αμφισβήτηση.

2 Σεπτεμβρίου 2015 την επόμενη δηλαδή μέρα μετά την πρόταση για Μύκονο, βρέθηκα να ταξιδεύω ινκόγκνιτο για Αίγινα.

Ξεκίνησα πρωί, δίχως προετοιμασία. Δεν το είχα αποφασίσει από βραδύς. Ξύπνησα, κι απλά έφυγα αμέσως απ’ το σπίτι. Το τονίζω αυτό. Κι ενώ δεν κοίταξα μήτε τα δρομολόγια, φτάνοντας Πειραιά έτρεχα να προλάβω.

Ψάχνοντας λαχανιασμένη να βρω την πύλη αναχώρησης, ακούω μια φωνή, «για Αίγινα, ελάτε, φεύγουμε». Γύρισα το κεφάλι να δω. Ο άνθρωπος αυτός με κοιτούσε. Αστραπή ανέβηκα στο καράβι που όντως μόλις ξεκινούσε, με το νου μου στο κενό, όλη τη διαδρομή. Κι όταν φάνηκε το ευλογημένο νησί, πάλι έτρεχα να προλάβω ένα λεωφορείο που δεν ήξερα πότε φεύγει, μα λίγο πριν κλείσει η πόρτα του, μια δεύτερη αστραπή στα πόδια μου έγινε φτερά και πέταξα στη θέση μου.

Το Μοναστήρι! Ωραίο, μεγαλόπρεπο, ταπεινό… Άρχισα όμως μέσα μου να γκρινιάζω γιατί είχε πάρα πολύ κόσμο. «Ήρθα εδώ να ηρεμήσω. Σε λίγο τελειώνω το βιβλίο μου, το ‘’Εαυτέ μου μη με εμποδίζεις να ζω’’.

Πρέπει να πάρω δυνάμεις. Πώς θα ηρεμήσω με τόσο κόσμο; Μα όλοι εδώ είναι ευλογημένοι, αγιάζονται. Μακάρι να ήταν πάντα έτσι. Καθένας ήρθε εδώ για κάτι, όπως κι εγώ», έλεγα μέσα μου. Και ρώτησα, «γιατί τόσος κόσμος;» «Η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του Αγίου Νεκταρίου», μου απάντησαν. Άγνοια στην άδεια μου γνώση, ή το’ χα ξεχάσει και μου το θύμισε ο Θεός μ’ αυτόν τον τρόπο; Δεν θα αναπτύξω εδώ το οδοιπορικό της γήινης οπτικής, στα θαυμαστά γεγονότα που αποκαλούμε «συμπτώσεις», γιατί είναι μεγάλο το θέμα και…, φυσικά, καθόλου συμπτώσεις.

Στον Ιερό Ναό του Αγίου Νεκταρίου 8μμ, μετά τον εσπερινό, η ολονυχτία ξεκίνησε. Η αγία λάρνακα, το Σκήνωμα του Αγίου Νεκταρίου και πολλοί πιστοί να φωτογραφίζουν, ακόμη κι οι Μοναχές, με ευλάβεια… Και ρώτησα γιατί το κάνουν αυτό. 

– «Κάθε τέτοια ημέρα, ανοίγουν την αγία λάρνακα και στη γιορτή του επίσης. Κάποτε ο Άγιος άνοιξε τα μάτια του κι όλα αυτά τα χρόνια πάντα κάτι κάνει τέτοια ημέρα», μου είπανε.

– «Φωτογραφίζουν να δουν τα μάτια του Αγίου ανοιχτά; Πώς γίνεται αυτό;» ψιθύρισα.

Λίγο πιο μετά, πλησίασα κι εγώ, δειλά, και τράβηξα τέσσερις φωτογραφίες.

– «Τι βγήκε, τι βγήκε; Άνοιξε τα μάτια του;» με ρωτούσαν. 

– «Όχι βέβαια! Να, δείτε». Και στις τέσσερις φωτογραφίες ο Άγιος είχε τα μάτια του κλειστά.

Έκλεισα το τηλέφωνο και το έβαλα να φορτίσει σε μια πρίζα που ήταν δίπλα μου, μα 20 λεπτά μόνο κράτησε η χάρη της σιωπής μου κι άνοιξα πάλι το κινητό να σβήσω τις φωτογραφίες και να κρατήσω μόνο μία, για ευλογία.

Και είδα, την πρώτη φωτογραφία του Αγίου με τα μάτια κλειστά όπως την είχα ξαναδεί.

Και είδα, τη δεύτερη φωτογραφία του Αγίου με τα μάτια κλειστά όπως την είχα ξαναδεί.

Και είδα την τρίτη φωτογραφία του Αγίου, αλλά με τα μάτια του ορθάνοιχτα αυτή φορά! Πάγωσα.

Προχώρησα και στην τέταρτη φωτογραφία, με την καρδιά να χτυπάει σ’ όλο μου το κορμί απ’ αγωνία. Χλόμιασα. Και σε αυτή τη λήψη, που πριν φαινόταν ο Άγιος με τα μάτια κλειστά, τώρα ήταν με τα μάτια ανοιχτά!

Πώς σε μία πραγματικότητα μιζέριας και κούρασης, κοιτούσαν τα δικά μου άθλια μάτια, τα ολοζώντανα μάτια ενός Αγίου;

Ανάσες πολλές και φωνούλες γύρω μου γλυκές, δόξαζαν το Θεό για το θείο θαύμα.

Ήρθαν κι οι Μοναχές και είδαν κι αυτές.

Ήρθε και η Γερόντισσα και είδε και αυτή.

«Δέκα χρόνια είχε να εμφανιστεί ο Άγιος έτσι», είπε συγκλονισμένη η Ηγουμένη με το χέρι της στο σαγόνι.

Ένα γράμμα μπαίνει σε φάκελο και στέλνεται. Αν ο φάκελος είναι μικρός και το γράμμα μεγάλο, πώς θα φτάσει και που; Και άραγε, ήμουν ο φάκελος που χωρούσε ή δεν χωρούσε το «γράμμα», ή ένας άγνωστος «ταχυδρόμος»;

Η καθοδήγηση του Πνευματικού μου Πατέρα Στέφανου στάθηκε καθοριστική. Ήρθε το μήνυμα για όλους και το παρουσίασα στον κόσμο όπως το έγραψε η καρδιά μου, κι όχι η λογοτεχνική ή η δημοσιογραφική μου πένα.

Τράβηξα τότε κι άλλες φωτογραφίες τον Άγιο και… 

Χαιρόμουν να Τον βλέπω να μας αποκαλύπτεται!!! 

Από ένα σημείο και μετά, πολλοί έβλεπαν τον Άγιο να ανοίγει τα μάτια του, να δακρύζει ή να χαμογελάει. Είδα επίσης φωτογραφία με τα μάτια του Αγίου ανοιχτά και στο κινητό άλλης κοπέλας.

Σημειώνω δε, πως η παρουσία του ήταν διαφορετική κάθε φορά. Όσο για τις Μοναχές εκεί, ζούνε τα θαύματα της γλυκιάς ταπείνωσης, πιστές στο έργο της ψυχής και στον αγώνα τους. Μα επειδή ο ανθρώπινος νους δεν ησυχάζει ποτέ, είπα…

«Αν πράγματι είναι έτσι, γιατί να μη συμβεί και κάτι ακόμη;» Τράβηξα λοιπόν φωτογραφία όλο το Ιερό Σκήνωμα.

Και είδα, το τοποθετημένο ιερό λείψανο του Αγίου Νεκταρίου στο δεξί του χέρι, να επεκτείνεται έως τον ώμο του και όχι μόνο. Εμφανίστηκε και στην αριστερή του πλευρά άγιο λείψανο, επίσης έως τον ώμο.

Κάθε μου αμφισβήτηση, έγινε σκόνη, που σάρωνε τη ντροπή απ’ τα βουρκωμένα μου πλέον μάτια και σφράγιζε το νου με την ανοησία του, να μην με ενοχλεί πια. Κάθισα στην άκρη μου όλη τη νύχτα και δε μίλησα καθόλου, μήτ’ από μέσα μου.

Πως μπορούμε και ζούμε με τόσο κενό και σε τόσο κενό που οι ίδιοι φτιάχνουμε;

Πως μπορούμε και ζούμε με τόση απιστία και σε τόση απιστία και τη χαιρόμαστε παθιασμένα;

Πως μπορούμε και ζούμε με τόση περηφάνια στο εγώ μας, με μοναδικό σκοπό τα υλικά πλούτη;

Ας ήταν τα μάτια μου να μη ξαναδούν το φως της μέρας, αν ένιωθαν μιαν ακτίνα μόνο από το Φως Εκείνου.

Ας ήταν τα χείλη μου να μην ξανανοίξουν, αν άνοιγαν για ένα και μόνο ωραίο να πουν.

Ας ήταν η πένα μου να στερέψει, αν έγραφε με μία της σταγόνα, μιαν έμπρακτη αξία στην ψυχή που παραμελούμε…

3 Σεπτεμβρίου 2015. Ξημέρωσε. Ανήμερα της εορτής. Η ολονυχτία τελείωσε. Ο ήλιος αγκάλιασε το Μοναστήρι. Πήγα στον ξενώνα να κλείσω λίγο τα μάτια μου και να πάω μετά στη θεία λειτουργία μα με πήρε ο ύπνος και δεν πρόλαβα.

«Αν είναι δυνατόν. Κοντεύει 10. Δηλαδή αν δεν κοιμόμουν τι θα πάθαινα; Είδες και τα μάτια του Αγίου ανοιχτά, κι εσύ κοιμήθηκες ψυχή», έλεγα τρέχοντας να προλάβω τα τελευταία αντίδωρα, ενώ με σταματούσαν στο δρόμο πιστοί, «δείξτε και σε εμάς αυτό που είδατε χτες», μου έλεγαν. «Για όλους συνέβη», απαντούσα. «Τρέχω, με πήρε ο ύπνος», συμπλήρωνα. Και μετά ξεθάρρευα, μη τους αφήσω απογοητευμένους… «Ελάτε κι εσείς να δείτε».

Μπήκα στον Ιερό Ναό για τα τελευταία αντίδωρα. Η εκκλησία είχε σχεδόν αδειάσει. Κοίταξα την αγία λάρνακα…

Δεν έχω κάτι άλλο να πω. Δεν έχω να σχολιάσω. Δεν έχω να κρίνω ή να επιβραβεύσω. Τίποτα δεν ανήκει σε εμένα. Μα αν ήταν να ξαναγεννηθώ, θα ζούσα διαφορετικά από την αρχή της ζωής μου. Μπορώ όμως να ξαναγεννηθώ μαζί με την γένεση της νέας ημέρας, έστω κι αν κρατώ στα χέρια μου τα… τελευταία αντίδωρα.

Για το Σμαράγδι και τους Αναγνώστες του, με Σεβασμό και Εκτίμηση, καταθέτω την Ομολογία μου και την εμπειρία μου αυτή. Αμήν.

Έφη Πασχάλη 

 

Share This

Μοιραστείτε αυτό

Μοιραστείτε αυτήν την ανάρτηση με τους φίλους σας!